εὔπορος


εὔπορος
εὔ|πορος, ον 1. (о вешах) удобопроходимый; ходкий, легкий; 2. (о лицах) умеющий выйти из затруднения: а) ловкий, проворный; б) изобилующий средствами, богатый

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "εὔπορος" в других словарях:

  • εὔπορος — easy to pass masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύπορος — (2ος αι. π.Χ.). Θεσσαλός ανδριαντοποιός. * * * η, ο (ΑΜ εὔπορος, ον) αυτός που έχει αρκετούς ή άφθονους πόρους, ο ευκατάστατος, ο πλούσιος νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο εύπορος κολεόπτερο έντομο τής οικογένειας τών κεραμβυκιδών μσν. αρχ. 1. καλά… …   Dictionary of Greek

  • εύπορος — [эфпорос] εκ. состоятельный, зажиточный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εύπορος — η, ο αυτός που έχει πόρους, αφθονία υλικών αγαθών, ευκατάστατος, πλούσιος (αντίθ. άπορος) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐπορώτερον — εὔπορος easy to pass masc acc comp sg εὔπορος easy to pass neut nom/voc/acc comp sg εὔπορος easy to pass adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπορωτάτων — εὔπορος easy to pass fem gen superl pl εὔπορος easy to pass masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπορωτέραις — εὔπορος easy to pass fem dat comp pl εὐπορωτέρᾱͅς , εὔπορος easy to pass fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπορωτέρων — εὔπορος easy to pass fem gen comp pl εὔπορος easy to pass masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπορώτατα — εὔπορος easy to pass adverbial superl εὔπορος easy to pass neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπορώτατον — εὔπορος easy to pass masc acc superl sg εὔπορος easy to pass neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπόρως — εὔπορος easy to pass adverbial εὔπορος easy to pass masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)